Αὐλῶνι

Αὐλών
hollow
masc dat sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυλώνας — ο και αυλώνι, το (AM αὐλών) [αυλός] η κοιλάδα αρχ. μσν. οχετός, υπόνομος αρχ. 1. πορθμός 2. σωλήνας, αγωγός 3. ο λάρυγγας …   Dictionary of Greek

  • Οινούσσες — Ονομασία δύο μικρών νησιωτικών συστάδων της Ελλάδας, από τις οποίες η μία βρίσκεται στα νοτιοδυτικά παράλια της Πελοποννήσου και η άλλη στα βορειοδυτικά παράλια της Χίου. 1. Η συστάδα των Ο. της Πελοποννήσου είναι γνωστή και με την ονομασία… …   Dictionary of Greek

  • Αὐλῶν' — Αὐλῶνα , Αὐλών hollow masc acc sg Αὐλῶνι , Αὐλών hollow masc dat sg Αὐλῶνε , Αὐλών hollow masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.